Ονειρώ

Μια ιστορία του Σιμιτσάκη Μανώλη

 

     Υπάρχουν σύμπαντα χιλιάδες, μύρια κι εκατοντάδες, και μερικά από αυτά ανήκουν και υπάρχουν μέσα σε άλλα, πλέουν σαν τον αιθέρα μέσα στον αέρα. Μα σε αυτή την ιστορία, θα σας καλωσορίσω μέσα σε ένα πρωτογενές σύμπαν, την Ονειρωδή. Ναι, σωστά καταλάβατε, είναι ο τόπος που επισκεπτόμαστε εμείς, οι άνθρωποι, καθώς ονειρευόμαστε. Φυσικά, δεν το αντιλαμβανόμαστε, ούτε είμαστε πλήρως ελεύθεροι μέσα σε αυτήν. Δημιουργούμε και παραμένουμε μέσα στο προσωπικό μας σύμπαν, που καμιά φορά αλληλεπιδρά με σύμπαντα άλλων ονειρευτών ανθρώπων, κινούμενοι νωχελικά μέσα στις πιο εύστοχες ή άστοχες ενέργειες της ζωής μας. Ως οπτασίες, θολωμένα όντα όπως και στα όνειρά μας, πλέουμε μέσα στην Ονειρωδή, καβαλάμε πυρωμένα άλογα, πετάμε γυμνοί στον Ήλιο, άλλοι παλεύουν, σε ιστούς αράχνης πνίγονται, ερωτοτροπούν, τα νεογέννητα βυζαίνουν, άλλοι εργάζονται... Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες που δε θα χρειαστούμε και που ίσως διαβάσετε κάποια στιγμή, σε ένα βιβλίο που καρτερά να εκδοθεί...

      Όπως καταλαβαίνετε, αφού η Ονειρωδή είναι ένα από τα αρχαιότερα και πρωτογενή σύμπαντα, δεν υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι ονειρευτές στα πεδία της. Μόνο τώρα, τελευταία, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και να κεντρίζουν το ενδιαφέρον των Ονειρωδών, των κατοίκων της Ονειρωδής. Των πλασμάτων που κολυμπούν με τα σαν από αγγέλους πλασμένα φτερά τους μέσα στη ροή της και που δεν αφήνουν τίποτε στάσιμο μέσα σε αυτήν, που δημιουργούν τα πάντα από το πουθενά και μορφή τούς αλλάζουν κάθε τόσο.

     Κτίρια, αντικείμενα, έπιπλα, πόλεις ολόκληρες, όλα βρίσκονται στο έλεος του δημιουργού τους και της φαντασίας του. Ναι, οι Ονειρωδοί έχουν την ικανότητα να χρησιμοποιούν τη μαγεία και για τέτοιους σκοπούς, μέσω ενός οργάνου που βρίσκεται στην κορυφή της κεφαλής τους, το Πιστίο. Χάρη σε αυτό, πραγματώνεται το κάθε τι. Χάρη σε αυτό και στην ενέργεια που ρέει στο σύμπαν τους και που αόρατα καλύπτει κάθε τι τριγύρω τους. Στην Ενέργεια, που, όταν θελήσουν, τη ρουφούν μέσω του Πιστίου τους και, εκπνέοντας, δημιουργούν, πραγματώνουν αυτό το οποίο πίστεψαν πως υπάρχει.

        Όλα αυτά φαίνονται κι ακούγονται υπέροχα, μα, όπως παντού, υπάρχουν και εδώ περιορισμοί. Οι διοικητικές αρχές της Ονειρωδής έχουν ορίσει νόμους, για μια σωστή, δίκαιη κατανομή της Ενέργειας. Ένας από αυτούς τους νόμους είναι η ‘Αρχή της Διατήρησης’, ο οποίος ορίζει: ‘Δημιουργήστε ό,τι θέλετε, αλλά μην το διατηρείτε’. Ο λόγος είναι πως όταν μια δημιουργία αναιρείται, η Ενέργεια επιστρέφει ξανά στο σύμπαν τους, για να χρησιμοποιηθεί από κάποιον άλλον.

          Έτσι, όλα τα πλάσματα της Ονειρωδής μπορούν να έχουν ό,τι υλικό αγαθό επιθυμούν, αλλά όχι για πολύ. Και όταν πρέπει η δημιουργία τους να καταστραφεί και να επιστρέψει η Ενέργεια στη φυσιολογική της ροή, νιώθουν ενοχές, που δύσκολα  προσπερνούν. Φυσικά, έχουν υπάρξει πολλοί που κατάφεραν να τις δαμάσουν, μα αμέσως εντοπίζονται από τις αρχές και καταδικάζονται, είτε σε φυλάκιση είτε σε προσωρινό αποχωρισμό του Πιστίου τους, μέχρι να μετανοήσουν και να αποδεσμεύσουν την Ενέργεια που χρησιμοποίησαν.

       Και τώρα θα ρωτήσετε: Γιατί να το κάνουν οι αρχές αυτό; Δεν μπορούν απλά να καταστρέψουν τη δημιουργία του κατηγορούμενου και να επιστραφεί η Ενέργεια; Η απάντηση είναι όχι. Και η ρίζα της απάντησης προέρχεται από τη σοφή μητέρα φύση, που ορίζει ότι μόνο ο δημιουργός μπορεί να καταστρέψει ή να αλλάξει μορφή στο δημιούργημά του.

 

         Μέσα στην Ονειρωδή, λοιπόν, κάπου στα υπόγεια βουνά της Έρβεν, ζούσε μία κοπέλα, η Έιρα, η οποία είχε μεγάλη έφεση στις τέχνες. Η ύψιστη Τέχνη, όμως, που την έκανε να ξεφεύγει από κάθε σκέψη και έγνοια ήταν να δημιουργεί πίνακες με δυσνόητα και ιδιαίτερα θέματα, ακόμη και για τους Ονειρωδούς. Φυσικά, ο τρόπος με τον οποίο τους δημιουργούσε δεν ήταν ίδιος με τον δικό μας. Δημιουργούσε και αλλοίωνε στη συνέχεια το θέμα του πίνακα με το Πιστίο της και τη χρήση της Ενέργειας.

          Όταν οι άνθρωποι άρχισαν να επισκέπτονται την Ονειρωδή, το ενδιαφέρον της Έιρα για αυτούς κορυφώθηκε και άρχισε να σχεδιάζει πίνακες με ανθρώπινα θέματα. Με το πέρασμα του χρόνου, όλο και περισσότερο τους παρακολουθούσε, ενώ αργότερα ανακάλυψε και θαύμασε την τεχνική τους στη ζωγραφική και θέλησε να τους μιμηθεί.

         Δημιούργησε πινέλα και παλέτες χρωμάτων όμοια με τα ανθρώπινα και αγάπησε τη μέθοδο αυτή όσο καμία άλλη στο παρελθόν. Εάν την έχανε καμιά φορά η μητέρα της από τα μάτια της, τότε θα είχε τρυπώσει μέσα σε κάποιο σύμπαν ονειρευτή, προσπαθώντας να αποσπάσει μυστικά και τεχνικές από αυτόν... Οι ονειρευτές, βέβαια, είχαν ελάχιστη συνείδηση κατά τη διάρκεια των ονείρων τους για να έχουν μια σωστή επικοινωνία μαζί της, αλλά εκείνη θα ξόδευε κάθε στάλα υπομονής και χρόνου, θα έπιανε κάθε τους μπερδεμένη λέξη, κάθε χρώμα και πινελιά, κάθε τους θεό, για να καταλήξει στη ρίζα των πολυπόθητων μυστικών των πινάκων τους. 

           Ό,τι κι αν δημιουργούσε όμως, κάθε έργο της, όπως και παλαιότερα, θα έμενε μονάχα στη μνήμη της, καθώς τα χρώματα με τα οποία έπλαθε τον καμβά είχαν δημιουργηθεί και αυτά με χρήση τής Ενέργειας. Βάσει νόμου, η Ενέργεια έπρεπε να επιστραφεί, διαγράφοντας αυτόματα το έργο της. Θα μπορούσε, βέβαια, να ζητήσει μια άδεια διατήρησης από τις αρχές, όπως και συνέβαινε, άλλωστε, με πίνακες διάσημων ζωγράφων. Είχε κάνει κάποιες προσπάθειες στο παρελθόν να διατηρηθούν οι πίνακές της, μα όλες είχαν καταλήξει στο κενό, αφού έπρεπε να έχει κανείς και τις κατάλληλες γνωριμίες για να διατηρηθεί ένα έργο, σε κάθε τομέα τέχνης. Δε θα το έβαζε κάτω όμως, ήταν όνειρο που μπορούσε να υλοποιηθεί, γνώριζε τις ικανότητές της, γι αυτό είχε γεννηθεί.

          Η μοίρα όμως είναι άδικη, σπέρνει στα τυφλά το πεπρωμένο μας, μας πλησιάζει και, δίχως να πάρει το λόγο, φτύνει κάθε κατάρα... Το σώμα τής Έιρα έτρεφε μέσα της μια θανατηφόρα ασθένεια που κανείς δεν είχε αντιληφθεί και, λίγο καιρό αργότερα, το Πιστίο της ατρόφησε, καθιστώντας την ανίκανη να δημιουργεί τα εργαλεία που χρειαζόταν. Και θα περίμενε κανείς πως θα έμεναν όλα εκεί, πως ανήμπορη θα πέθαινε, δίχως άλλη δημιουργία. Όχι όμως... Η τέχνη βρίσκει τρόπους, ξέρει να ελίσσεται.

        Η μητέρα της ήταν αυτή στην οποία πέρασε τη γνώση της και τής δημιουργούσε καθημερινά όλα όσα θα χρειαζόταν για τα έργα της. Και έτσι θα συνέχιζε, μέχρι τη στιγμή που θα ήταν ανήμπορη να κρατήσει το πινέλο...

 

       Ο θάνατος, τελικά, τη βρήκε λίγο αφότου τελείωσε έναν ιδιαίτερο, πολυδιάστατο πίνακά... Απεικόνιζε ένα ανθρώπινο χέρι με ένα πινέλο το οποίο σχεδίαζε μέσα σε έναν δεύτερο πίνακα τη μορφή τής Έιρα να στέκεται μπροστά από έναν καμβά και να δημιουργεί έναν ακόμη άνθρωπο ζωγράφο...

           Ήταν τόσο όμορφο και είχε τόσο βάθος που η μητέρα δεν ήθελε ποτέ να σβήσει, οι κριτικοί τέχνης, όμως, δεν είχαν την ίδια γνώμη και δεν έδωσαν έγκριση διατήρησης... Η Ενέργεια έπρεπε να επιστραφεί και το έργο να καταστραφεί. Ποια μητέρα, όμως θα δεχόταν να παραδώσει ό,τι είχε απομείνει από την κόρη της; Δεν θα επέτρεπε να συμβεί. 

 

         Ενοχές, ενοχές, ενοχές, κοπανούσαν το κεφάλι της σαν αγριεμένη μόρα, σαν λαβωμένοι άγγελοι κοπανούν τα φτερά τους, μήπως και τους σηκώσεις ψηλά στον αέρα, μήπως τους ορίσεις θεούς, μήπως και καταφέρουν να σε μεταπείσουν.

     Ο πίνακας αυτός, όμως, ήταν λαμπρός, ήταν η προσωπογραφία των παλμών που ταξίδεύουν από κόσμο σε κόσμο, που δε γνωρίζουν όρια συμπαντικά, που ενώνουν κάθε φυλή και πλάσμα, η μετάδοση της γνώσης και της τέχνης που σπα κάθε φραγμό... και ήταν η κόρη της που το έχει σχεδιάσει... 

        Έπρεπε να γίνει παντοτινός! Κανένας να μην μπορεί να τον καταστρέψει, κανένας να μην την πιέσει να καταστραφεί αυτός ο πίνακας! Έτσι έπρεπε! Τώρα! Τώρα και για πάντα! Πάντα! Και κανένας να μην την πιέσει για το αντίθετο!

 

         Οι ενοχές σε αρπάζουν, σε τεντώνουν, μα αν τις αφήσεις να σε αγκαλιάσουν με την πιο μεγάλη πύρινη αγκαλιά τους, ανοίγουν τόσο τα χέρια τους, που σκίζονται οι ώμοι τους... κι αργότερα σβήνουν, πεθαίνουν. Ύστερα, είσαι ελεύθερος...

 

      Όταν οι αρχές αντιλήφθηκαν πως η ενέργεια δεν είχε επιστρέψει και κίνησαν να συλλάβουν τη μητέρα, εκείνη είχε ήδη αυτοκτονήσει...

 

         Κι ο πίνακας παντοτινός...

© 2016 by Simitsakis Manolis

λογοτεχνία φανταστικού

 βιβλια φαντασιας

φανταστικη λογοτεχνια

  • f 172 245
  • good